Όταν ήμουν μικρή και ήθελα να κάνω ένα δώρο πιο προσωπικό σε κάποιο φίλο, έγραφα μια κασέτα. Ξόδευα ώρες ατελείωτες για να βρω τα τραγούδια που θα μπορούσαν να του αρέσουν. Έβαζα βέβαια πάντα και κάποια δικά μου που θα ήθελα να ακούσει. Έγραφα τους τίτλους με καλλιγραφικά γράμματα στο εξώφυλλο, συνήθως μια αφιέρωση… και πολλή αγάπη.
Κάπως έτσι μου ήρθε η ιδέα του ιστολογίου αυτού. Μια ηλεκτρονική κασέτα από τραγούδια που αγάπησα και αγαπώ σε συνδυασμό με φωτογραφίες δικές μου και μαζί κάποιες σκέψεις ή αναμνήσεις που πάντα τα συνοδεύουν.
Μπλέκοντας την ματαιότητα αυτού του κόσμου με το μεγαλείο του έρωτα. Αυτή η ανάρτηση για τον Τάσο Λειβαδίτη (20 Απριλίου 1922 -30 Οκτωβρίου 1988).
Ήξερες να δίνεσαι αγάπη μου... Δινόσουνα ολάκερη και δεν κράταγες για τον εαυτό σου παρά μόνο την έγνοια αν ολάκερη έχεις δοθεί... Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο αγάπη μου τότε που μου χαμογελούσες... Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρα μου αγαπημένη μου... Μα και τι να πει κανείς... Όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός και τα μάτια σου τόσο μεγάλα.. Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου έζησα όλη τη ζωή... Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα και τότε όλα τα βράδια κι όλα τα τραγούδια θά 'ναι δικά μας... Θά 'θελα να φωνάξω τ'ονομά σου,αγάπη, μ' όλη μου τη δύναμη... Να το φωνάξω τόσο δυνατά που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο, καμιά ελπίδα να μη πεθάνει... Θε μου πόσο ήταν όμορφη σαν ένα φωτισμένο δέντρο μια παλιά νύχτα των Χριστουγέννων Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω... Μισώ τα μάτια μου, που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελό σου.. Θα σ' ακούω σαν τον τυφλό που κλαίει, ακούγοντας μακριά τη βουή μιας μεγάλης γιορτής σ' αναζητάω σαν τον τυφλό, που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας σ'ενα σπίτι που' πιασε φωτιά, α, για να γεννηθείς εσύ κι εγώ για να σε συναντήσω γι αυτό έγινε ο κόσμος... Κι εσύ, αγαπημένη, όταν με διώχνεις, κλείνεις έξω απ' την πόρτα σου έναν ολάκερο πικραμένο κόσμο.. Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον, είμαστε κιόλας νεκροί... Αν βρουν έναν άνθρωπο νεκρό έξω απ' την πόρτα σου, εσύ θα ξέρεις, πως πέθανε σφαγμένος απ' τα μαχαίρια του φιλιού, που ονειρευότανε για σένα... Ποδοπάτησε με, να έχω τουλάχιστον την ευτυχία να μ'αγγίζεις... Τάσος Λειβαδίτης (Συγχώρα με, αγάπη μου)
Ένα περίεργο επεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στις εφημερίδες, ένας άντρας πήγε σ’ ένα απ’ αυτά τα «σπίτια», πήρε μια γυναίκα, μα μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο, αντί να γδυθεί και να επαναλάβει την αιώνια κίνηση, γονάτισε μπροστά της, λέει, και της ζητούσε να τον αφήσει να κλάψει στα πόδια της. Εκείνη βάζει τις φωνές, «εδώ έρχονται για άλλα πράγματα», οι άλλοι απ’ έξω δώστου χτυπήματα στην πόρτα. Με τα πολλά άνοιξαν και τον διώξανε με τις κλωτσιές — ακούς εκεί διαστροφή να θέλει, να κλάψει μπρος σε μια γυναίκα. Εκείνος έστριψε τη γωνία και χάθηκε καταντροπιασμένος. Κανείς δεν τον ξανάδε πια. Και μόνο εκείνη η γυναίκα, θα ‘ρθει η αναπότρεπτη ώρα μια νύχτα, που θα νοιώσει τον τρόμο ξαφνικά, πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθιά, την πιο μεγάλη ερωτική πράξη μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της! Καντάτα - Τάσος Λειβαδίτης
Και τα σώματα λάθος ρόλους παίζουν.
Δίδονται έτσι απλά.
Χωρίς αγγίγματα, χωρίς φως.
Σκοτεινά, χωρίς χάραγμα.
Στα δύσκολα φρενάρουν.
Στο δάκρυ φοβούνται και αντιδρούν.
Ένα άθικτο μυαλό αναζητώ,
μια ζωή καινούργια,
να ζήσει την δική μου.
Θα ήταν καλύτερα αν ερχόσουν την ίδια πάντα ώρα, είπε η αλεπού. Αν έρχεσαι για παράδειγμα στις τέσσερις το απόγευμα, από τις τρεις θ' αρχίζω να είμαι ευτυχισμένη. Όσο περνάει η ώρα τόσο πιο ευτυχισμένη θα νιώθω. Στις τέσσερις πια θα κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα και θ' ανησυχώ. Θα ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας. Αν έρχεσαι όμως όποτε λάχει, δε θα ξέρω ποτέ τι ώρα να φορέσω στην καρδιά μου τα γιορτινά της...
(Μικρός Πρίγκιπας - Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ)
Μην σκαλώνετε σε ανθρώπους που δεν υπολόγισαν και δεν εκτίμησαν ποτέ την χαρά της αναμονής σας. Δε την αξίζουν. Ούτε τη χαρά σας, ούτε την αναμονή σας.
Δυο αντίθετα έμπλεξα.
Ο πόνος και η γλύκα της αγάπης.
Ένα ποίημα του Τάσου και ένα τραγούδι της Τάνιας και του Μιχάλη.
Η απόλυτη αγάπη και η απόλυτη απόρριψη.
Θα'θελα να φωνάξω τ'όνομά σου, Αγάπη, με 'όλη μου την δύναμη. Να τ'ακούσουν οι χτίστες από τις σκαλωσιές και να φιλιούνται με τον Ήλιο να το μάθουν στα καράβια οι θερμαστές και ν'ανασάνουν όλα τα τριαντάφυλλα να τ'ακούσει η άνοιξη και να'ρχεται πιο γρήγορα να το μάθουν τα παιδιά για να μην φοβούνται το σκοτάδι, να το λένε τα καλάμια στις ακροποταμιές, τα τρυγόνια πάνω στους φράχτες να τ'ακούσουν οι πρωτεύουσες του κόσμου και να το ξαναπούνε μ'όλες τις καμπάνες τους να το κουβεντιάζουνε τα βράδια οι πλύστρες χαϊδεύοντας τα πρησμένα χέρια τους. Να το φωνάξω τόσο δυνατά που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο καμιά ελπίδα πιά να μην πεθάνει. Να τ'ακούσει ο χρόνος και να μην σ'αγγίξει, Αγάπη μου, ποτέ. Τάσος Λειβαδίτης
Τίποτα. Κοιμήσου.
Εμείς τελειώσαμε.
Δεν έχει δάκρυα πια.
Κλαίνε όσοι στο βάθος ακόμη ελπίζουν.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου είναι να έχει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα είναι όταν χρειάζεται να παραμερίζει την καρδιά του.
Kαι σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ' τον άλλον. Τάσος Λειβαδίτης
Σαν σήμερα στις 18 Μαρτίου του 1996 πέθανε το Οδυσσέας Ελύτης. Δεν θέλω να πω πολλά. Σαν τι να πεις κιόλας...
Μόνο ένα κομμάτι από το Μονόγραμμα θα παραθέσω. Το είχα ντύσει κάποτε με εικόνες δικές μου και με την μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα. Ως ένας φόρος τιμής στον πιο ερωτικό ποιητή της γης.
Ελπίζω να σας αρέσει.
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
Επειδή σ’αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά --κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μες από φεγγαρά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες πού ασημίζουμε
Ακουστά σ’έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το "τι" και το "ε"
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά
Πάντα εσύ τ’αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεγμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, και το νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ και σ’αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα και εγώ η λατρεία πού το εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Πού πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’αλλού φερμένο
Δεν τ’αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα.
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ακούς
Το χαμένο μου το αίμα και το μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’ εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σού φορώ
Το λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πας και ποιος, μ’ακούς
Σού κρατεί το χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θά’ ρθει μέρα,μ’ακούς
Να μας θάψουν , κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν περώματα,μ’ακούς
Να γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στα νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις.
Κωνσταντίνος Καβάφης
Του χειμώνα τα λουλούδια πιο χρωματιστά μοιάζουν.
Και είναι συνήθως πιο δυνατά, πιο ανθεκτικά.
Σκεπασμένα από το χιόνι,
παραδομένα στους ανέμους.
Λάμπουν στη μουντίλα της βροχής.
Σαν τους καλούς ανθρώπους.
Που είναι τόσοι λίγοι.
Ανθεκτικοί και αγνοί.
Ακόμα και στην βαρυχειμωνιά των ψυχών.
Ακόμα και στο χαλάζι του μίσους.
Και τόσο τολμηροί που δεν φοβούνται να είναι καλοί.
Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω.
Το δοκίμασα.
Δεν ωφελεί.
Άφησέ με να ΄ρθω μαζί σου. Γιάννης Ρίτσος - Η σονάτα του σεληνόφωτος
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη φυλακή από την μοναξιά.
Σκέφτομαι και νιώθω αυτούς που έμειναν μόνοι.
Μα δεν μπορώ να καταλάβω αυτούς που έχουν τα πάντα και δεν μπορούν να τα χαρούν.
Και τα χάνουν.
Και μένουν μόνοι.
Τους συμπονώ και αυτούς.
(Απόψε θα αναρτήσω κάτι που δεν έχω γράψει εγώ. Κάτι που μου άρεσε πολύ. Δεν μου πήγαινε να το ντύσω με λόγια και έτσι επέλεξα κάτι μόνο με μελωδία.)
«Πείτε μου κάτι Μάρθα, με θεωρείτε άνθρωπο έντιμο, ναι ή όχι;»
«Ασφαλώς, ναι»
«Πολύ ωραία τότε. Θέλετε να μου το αποδείξετε;»
Θα πρέπει να ξαπλώσετε κοντά μου εντελώς απαλλαγμένη από κάθε είδους ρουχισμού που καλύπτει το θεσπέσιο κορμί σας, και...
να βασιστείτε στον λόγο της τιμής μου, που σας δίνω τώρα, ότι δεν πρόκειται να σας αγγίξω ούτε με το μικρό μου δαχτυλάκι. Εξάλλου, τι έχετε να φοβηθείτε; Δε θα είστε ελεύθερη να σηκωθείτε από το κρεβάτι αν κάνω κάτι που δεν σας αρέσει; Για να μην πολυλογώ, αν δεν υποσχεθείτε ότι θα μου αποδείξετε με αυτόν τον τρόπο την εμπιστοσύνη σας, έστω όταν βεβαιωθείτε ότι με πήρε ο ύπνος , δεν πέφτω να κοιμηθώ.
Συμφώνησε στην προτασή μου. Στην συνέχεια σταμάτησα να μιλάω κι έκανα πως αποκοιμήθηκα, ενώ αυτή φορούσε το νυχτικό της. Μετά από λίγο η Μάρθα μου είπε ότι θα έκανε κι αυτή το ίδιο μόλις έβλεπε ότι είχα κοιμηθεί. Μου έδωσε την υπόσχεσή της, οπότε της γύρισα την πλάτη, έβγαλα όλα μου τα ρούχα, γύρισα στο κρεβάτι και την καληνύχτισα.
Προσποιήθηκα ότι με πήρε αμέσως ο ύπνος, αλλά μετά από ένα τέταρτο περίπου κοιμόμουνα στ' αλήθεια.
Ξύπνησα μόνο όταν ένιωσα κι εκείνη να χάνεται, αλλά γύρισα αμέσως στο άλλο πλευρό και συνέχισα τον υποτιθέμενο ύπνο μου. Δεν έκανα την παραμικρή κίνηση παρά μόνο όταν είχα κάθε λόγο να πιστεύω ότι είχε αποκοιμηθεί. Αν δεν κοιμόταν πραγματικά, μπορούσε τουλάχιστον να προσποιείται. Μου είχε γυρίσει τις υπέροχες, κατάλευκες πλάτες της, οι οποίες φωσφόριζαν στο θεοσκότεινο δωμάτιο.
Άρχισα να την χαϊδεύω απαλά προς το μέρος που ήμουν στραμμένος. Τη βρήκα κουλουριασμένη και καλυμμένη από την νυχτικιά της, αλλά μην κάνοντας τίποτα που θα την ξάφνιαζε και προχωρώντας όσο πιο σιγά και απαλά γινότανε, δεν άργησα να την πείσω ότι το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να μην προσποιείται ότι κοιμόταν και να με αφήσει να συνεχίσω.
Λίγο-λίγο της ίσιωσα το σώμα, λίγο-λίγο ξεκουλουριάστηκε και λίγο-λίγο, με αργές διαδοχικές αλλά αξιοθαύμαστα φυσικές κινήσεις, ήρθε στην πιο κατάλληλη θέση για να μου δοθεί χωρίς να προδοθεί.
Εγώ ελεύθερος πλέον έπιασα δουλειά, αλλά για να ανταμειφθούν οι κόποι μου, ήταν απαραίτητο να λάβει κι εκείνη μέρος ανοιχτά και ειλικρινά πια, κάτι που στο τέλος την ανάγκασε να κάνει η φύση.
Την βρήκα υπεράνω κάθε υποψίας και, μαντεύοντας τον πόνο που θα πρέπει να είχε νιώσει, ομολογώ ότι απόρησα. Υποχρεωμένος να τη σεβαστώ , ήθελα να της δείξω την ευγνωμοσύνη μου.
Με πολύ μεγάλες προφυλάξεις, σα να φοβόμουν πραγματικά μην την τρομάξω, άρχισα να της προσφέρω όλα όσα μπορούσε να θέλει η ψυχή της, προσπαθώντας ταυτόχρονα να βεβαιωθώ ότι ήταν στα ουράνια. Και συνέχισα με την ίδια τακτική μέχρι τη στιγμή που, κάνοντας μια πολύ φυσική κίνηση χωρίς την οποία δε θα μπορούσαν να αποφέρουν καρπούς οι προσπάθειές μου, με βοήθησε να φτάσω στο θρίαμβο. Τη στιγμή της κρίσης όμως δεν είχε πια τη δύναμη να συνεχίσει να προσποιείται. Πετώντας το προσωπείο, με έσφιξε στην αγκαλιά της και κόλλησε τα χείλη της πάνω στα δικά μου. Όταν τελειώσαμε, της είπα:
«Είμαι βέβαιος ότι σου άρεσε Μάρθα».
«Ναι, και θα θεωρήσω τυχερό τον εαυτό μου».
«Μέχρι το τέλος της ζωής μου άγγελε μου! Ότι κάναμε ήταν καθαρό προϊόν αγάπης».
ΤΖΙΑΚΟΜΟ ΚΑΖΑΝΟΒΑ
«Η Γυναίκα της Ηδονής και άλλα ερωτικά κείμενα του 18ου και 19ου αιώνα».