Όταν ήμουν μικρή και ήθελα να κάνω ένα δώρο πιο προσωπικό σε κάποιο φίλο, έγραφα μια κασέτα. Ξόδευα ώρες ατελείωτες για να βρω τα τραγούδια που θα μπορούσαν να του αρέσουν. Έβαζα βέβαια πάντα και κάποια δικά μου που θα ήθελα να ακούσει. Έγραφα τους τίτλους με καλλιγραφικά γράμματα στο εξώφυλλο, συνήθως μια αφιέρωση… και πολλή αγάπη.
Κάπως έτσι μου ήρθε η ιδέα του ιστολογίου αυτού. Μια ηλεκτρονική κασέτα από τραγούδια που αγάπησα και αγαπώ σε συνδυασμό με φωτογραφίες δικές μου και μαζί κάποιες σκέψεις ή αναμνήσεις που πάντα τα συνοδεύουν.
Άραγε η αγάπη χάνετε όταν ξοδεύετε σε ανθρώπους που δεν μπορούν να την δεχτούν;
Σε ανθρώπους που δεν πρέπει;
Σε ανθρώπους που θα χαθούν κάποια στιγμή;
Υπάρχει αγάπη άσκοπη;
Μα όλα κάποια στιγμή δεν τελειώνουν;
Ακόμα και αυτά που μοιάζουν μόνιμα.
Σε θέλω εδώ για να σου δείξω ότι τίποτα δεν είναι ανώφελο όταν αυτά που νιώθεις κάνουν τον κόσμο σου πιο όμορφο, φέρνουν χαμόγελο στα χείλη, ραγίζουν την καρδιά σου από την ηδονή.
Τίποτα δεν είναι άσκοπο όταν νιώθω πως είσαι δω, πως είσαι στα βράδια μου, στην σκέψη μου, πως είσαι στη ζωή μου.
Σε θέλω εδώ για πάντα, ακόμα και όταν δεν θα είμαστε μαζί.
Λοιπόν, εγώ ρατσίστρια δεν είμαι. Προσπαθώ δηλαδή. Έτσι δεν είμαι και στη μουσική. Κατά καιρούς από ελαφρούς τραγουδιστές, έχουν ειπωθεί καταπληκτικά τραγούδια. Το τραγούδι όμως για του δοθεί αξία, θέλει και το ανάλογο περιβάλλον.
Ο Χατζηγιάννης και η Βίσση είναι δύο καλλιτέχνες με απίστευτο ταλέντο. Ο πρώτος μπορεί να γράψει, και έχει γράψει πανέμορφα τραγούδια. Η Βίσση έχει φοβερή φωνή. Που διαφωνώ λοιπόν; Στο ότι δεν μένουν μόνο σε αυτά. Το περιβάλλον που ασκούν στην καλλιτεχνία τους είναι απαίσιο. Ο Χατζηγιάννης γράφει πλέον κατά παραγγελία, από αγγαρεία, σαφώς επαναλαμβάνεται και άγεται και φέρεται από τις γκομενοδουλειές του. Η Βίσση ανταγωνίζεται με τις 20σάρες σταρλετίτσες για το ποια θα πει το χειρότερο τραγούδι και ποια θα δείξει περισσότερο μπούστο.
Τα τραγούδια όμως έτσι, όσο όμορφα και να είναι, απαξιώνονται.
Η Πρωτοψάλτη δεν μου αρέσει ιδιαίτερα. Για την Γαλάνη τρελαίνομαι. Όμως η παρακάτω εκτέλεση είναι συγκλονιστική. Ειδικά ο τρόπος που τραγουδιέται το 12 είναι ανατριχιαστικός. Και έτσι λοιπόν αυτά τα δύο υπέροχα τραγούδια, με αυτή την ιδέα της κοινής ερμηνείας, παίρνουν άλλο ύφος, μεγαλώνουν και ψηλώνουν.
Θα ήθελα πολύ τα τραγούδια να είναι μόνο ψυχή και πάθος και όχι επιφάνεια και επίδειξη. Άλλα δυστυχώς δεν είναι καθόλου έτσι.
Θέλω να σου μιλήσω, θέλω να’ μαι μαζί σου
Και να σε αποκοιμίσω, να’ μαι η αναπνοή σου
Έτσι να με ακούσεις, μη μ’ αφήσεις να φύγω
Μ’ έρωτα να με λούσεις, αν ερχόσουν για λίγο
Αν μου τηλεφωνούσες θάνατος η φωνή σου
Που δεν ξεχνάω ποτέ
Έτσι που με φιλούσες λες και ήμουν ζωή σου
σαν να `πες σ’ όλα ναι
- Αν μου τηλεφωνούσες
- Δώδεκα
- Θάνατος η φωνή σου
- Κι ούτε ένα τηλεφώνημα
- Που δε ξεχνώ ποτέ
- Τον αριθμό της μοναξιάς μου δεν χτυπάς
και μεγαλώνει η απόσταση για μας
- Έτσι που με φιλούσες
- Δώδεκα
- Λες και ήμουν ζωή σου
- Κι η ελπίδα μου κρεμάστηκε
- Σα να πες σ' όλα ναι
- Σ' ένα τηλέφωνο που έμεινε νεκρό
Και τη καρδιά μου που φωνάζει σ' αγαπώ, ωω...
- Μα δε χτυπάει το τηλέφωνο
- Αν μου τηλεφωνούσες
- Με πνίγει το παράπονο
- Θάνατος η φωνή σου
- Που δεν κατάλαβες ποτέ σου τι περνώ
- Που δεν ξεχνάω ποτέ
- Κι αν έχει γίνει η αγωνία μου βουνό
- Δώδεκα
- Έτσι που με φιλούσες
- Κι αν έχει γίνει η αγωνία μου βουνό
- Δώδεκα
- Έτσι που με φιλούσες
- Κι η ελπίδα μου κρεμάστηκε
- Λες και ήμουν ζωή σου
- Σ' ένα τηλέφωνο που έμεινε νεκρό
- Σα να πες σ' όλα ναι
- Και τη καρδιά μου που φωνάζει σ' αγαπώ
- Δώδεκα, ωω...
Να μην είμαι άδικη. Και οι πρώτες εκτελέσεις είναι πολύ καλές.
Βροχή κι απόψε.
Αυτός ο χρόνος γεμάτος στάλες, γεμάτος υγρασία.
Χωρίς ήλιο, χωρίς ουρανό.
Κάπως έτσι θα έβρεχε στον πόλεμο.
Κάπως έτσι θα έβρεχε στον χωρισμό.
Όλη η χρονιά χωρίς μια ελπίδα, μια απλή προσμονή, μια μικρή ανάσταση.
Ούτε ένα ουράνιο τόξο.
Μετά. Πιο μετά. Και έτσι η ζωή περνά. Χωρίς τώρα, χωρίς λαχτάρα, χωρίς πεταλούδες. Μην λες μετά. Μ΄ ακούς, δεν υπάρχει τίποτα να ζήσουμε μετά. Μην αναβάλεις τη ζωή, μην μεταθέτεις την σπίθα των ματιών μου. Τώρα ανάβουν, τώρα υγραίνονται, τώρα κλαίνε. Τώρα λιώνω, τώρα σε αναζητώ, τώρα απαιτώ. Μην περιμένεις να ξημερώσει. Θα κουραστείς. Τώρα δες μέσα στην νύχτα μας. Έλα φώτισε τα σκοτάδια μας και νιώσε την στιγμή να σε λυτρώνει. Τώρα σου μιλώ, τώρα σ΄ αγαπώ. Δεν υπάρχει μετά.
Η συννεφιά θα φέρει την αγκαλιά.
Η βροχή το χάδι, το φιλί.
Κάτσε δίπλα μου και ας είσαι μακριά.
Μείνε πλάι μου και ας μην μπορώ να σε αγγίξω.
Απλά να νιώθω την αύρα σου,
να νιώθω την δροσιά των χεριών σου.
Να γίνει η μουσική κτήμα μας,
να γίνουν οι νότες ζωή μας,
οι φωνές μοίρα μας.
Και έτσι κενοί και γεμάτοι μαζί,
να κάνουμε μια ευχή.
Έτσι να ξυπνάμε κάθε μέρα,
ο ένας μέσα στον άλλον.
Τράβα τις κουρτίνες, θέλω να δω την θάλασσα.
Θέλω να δω την πλατεία με τ΄ άσπρα μάρμαρα.
Βγες στον δρόμο και περπάτησε μέχρι να δεις τον ήλιο.
Άγγιξε και μύρισε την αγάπη.
Νιώσε κάθε κύτταρό της, μπες κάθε της παιχνίδι.
Δεν είναι λάθος, απλά δεν υπάρχει αύριο.
Έτσι θα πορευτούμε, μ΄ έναν άλυτο κόμπο.
Έτσι θα βαδίσουμε με όνειρα χώρια.
Έτσι θα ζούμε με αγκαλιές δανεικές.
Και έτσι όπως ενωθήκαμε,
έτσι θα κουβαλάμε ο ένας τον άλλον για πάντα.
Νομίζεις, πως όταν φιλήσεις άλλα χείλη
από αγάπη σου, θα γίνω κάποια φίλη
Νομίζεις, πως όταν θα φύγεις το πρωί
δε θα υπάρχω στη δική σου τη ζωή
Θα υπάρχω, θες δε θες, δεν ήταν όνειρο το χθες
ούτε κι εγώ καμιά σκιά του δειλινού
Ήμουν μια ζεστή καρδιά, κι αν δίπλα σου δε θα ’μαι πια
θα ’μαι ανάμνηση και καταχνιά στο νου
Νομίζεις, πως όταν την πόρτα μου περάσεις
την ιστορία μας αμέσως θα ξεχάσεις
Νομίζεις, πως έξω στο δρόμο όταν βγεις
από την παρουσία μου θ’ απαλλαγείς
Θα υπάρχω, θες δε θες, δεν ήταν όνειρο το χθες
ούτε κι εγώ καμιά σκιά του δειλινού
Ήμουν μια ζεστή καρδιά, κι αν δίπλα σου δε θα ’μαι πια
Ο δρόμος θα ερημώσει ξανά.
Η βροχή θα πέσει πάλι απροσκάλεστη και ανεπιθύμητη.
Τα φύλλα θα βαφτούν με πορτοκαλί αποχρώσεις.
Δεν θέλω τα φθινοπωρινά καπρίτσια.
Δεν με νοιάζει το άσπρο του χειμώνα.
Μόνο ζητώ, το μόνο που θέλω.
Δυο μέρες, μια νύχτα.
Χωρίς εποχή, χωρίς μήνα.
Χωρίς σκοπό, χωρίς αύριο.
Και έτσι θα μείνει μόνο το άγγιγμα,
στην ησυχία της νύχτας.
Σ΄εκείνο το μικρό δωμάτιο με τις ξύλινες γρίλιες.
Με την μυρωδιά από τα πεύκα να μπλέκεται με την θάλασσα.
Δώσε μια χούφτα άμμο να την κρατήσω στο χέρι μου.
Να μου κάψει την λαχτάρα της φυγής.
Δώσε μου λίγα βότσαλα να τα βάλω στις τσέπες μου.
Να μου διώξουν το φόβο.
Δώσε μου λίγο αλμυρό αέρα.
Να μου φέρει πίσω εκείνα τα καλοκαίρια.
Ούτε το σκοτάδι δεν μπορεί να καλύψει το ελάχιστο που ζούμε.
Τα αυτοκίνητα χωρίς συνοδηγό, χάνονται στην γαλήνη της.
Σε αυτή την αποπνικτική γαλήνη,
που δεν την αντέχουν ούτε τα κτίρια που στέκουν αμίλητα.
Οι θόρυβοι γίνονται όλο πιο μακρινοί και πιο μοναχικοί.
Στα αυτιά σου δεν φτάνουν πλέον οι φωνές.
Τα μάτια σου δεν βλέπουν τα πολύχρωμα φορέματά της.
Η αφή σου δεν νιώθει το ιδρωμένο της κορμί.
Δεν χωράς πλέον στα τετράγωνά της,
σκοντάφτεις στα πεζοδρόμιά της.
Διαλύεσαι στο φτηνό κρασί της και στην ζεστή της αγκαλιά.
Και η αγάπη ξεμακραίνει και κρυώνει...