Σαν αεράκι δροσερό, σαν μυρωδιά της γης,
να ερχόμουν στον ύπνο σου σιγά.
Κι αν η θάλασσα ήταν η αγκαλιά σου,
εκεί να σωθώ, εκεί να χαθώ.
Κι αν τα χέρια σου ήταν τα πεύκα που την ανταμώνουν,
εκεί, σε ΄κείνον τον ίσκιο να ξεκουραστώ.
Κι αν ήσουν τα βότσαλα που τα καίει ο ήλιος,
σε ΄κεινες τις πέτρες να κάψω το κορμί μου.
Και έτσι σαν την γαληνή της,
έτσι όπως παίρνει το μπλε της ο χειμώνας,
θα φύγω αφήνοντάς σου ένα γλυκό φιλί.
Μέσα μου έρημα βουνά
κι εσύ δεν είσαι πουθενά
και γω μες στο σκοτάδι
θα ρίξω παραγάδι
χρυσό αγκίστρι να πιαστείς,
να τρυπηθείς, να πληγωθείς,
το αίμα σου να τρέξει,
τα χείλη μας να βρέξει.
Να `ταν η θάλασσα γυαλί και το γυαλί καθρέφτης
να σ’ έβλεπα πουλάκι μου, σε τι αγκάλες πέφτεις...
Πέρασαν έξι Κυριακές
μαύρες, θλιμμένες και κακές
και είσαι μακριά μου
βάστα γερά καρδιά μου
O πόνος σέρνει το χορό
και χάθηκες μες τον καιρό
Έλα γλυκιά μου ελπίδα
σου έστησα παγίδα.
Να `ταν η θάλασσα γυαλί και το γυαλί καθρέφτης
να σ’ έβλεπα πουλάκι μου, σε τι αγκάλες πέφτεις
να σ’ έβλεπα πουλάκι μου, σε τι αγκάλες πέφτεις...
Στίχοι: Μιχάλης Κουμπιός
Μουσική: Μιχάλης Νικολούδης
Εκτέλεση: Γιάννης Χαρούλης
Η φωτογραφία είναι από το Πευκί Ευβοίας.