Όταν ήμουν μικρή και ήθελα να κάνω ένα δώρο πιο προσωπικό σε κάποιο φίλο, έγραφα μια κασέτα. Ξόδευα ώρες ατελείωτες για να βρω τα τραγούδια που θα μπορούσαν να του αρέσουν. Έβαζα βέβαια πάντα και κάποια δικά μου που θα ήθελα να ακούσει. Έγραφα τους τίτλους με καλλιγραφικά γράμματα στο εξώφυλλο, συνήθως μια αφιέρωση… και πολλή αγάπη.

Κάπως έτσι μου ήρθε η ιδέα του ιστολογίου αυτού. Μια ηλεκτρονική κασέτα από τραγούδια που αγάπησα και αγαπώ σε συνδυασμό με φωτογραφίες δικές μου και μαζί κάποιες σκέψεις ή αναμνήσεις που πάντα τα συνοδεύουν.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφοί Κατσιμίχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφοί Κατσιμίχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Υπόγειο.

Η νιότη φεύγει μέσα από τα μαλλιά μας,
ασπρίζει μαζί τους και πέφτει.
Στριμώχνεται σε κούτες, στραπατσαρισμένες και φτηνές.
Μισάνοιχτες, χωρίς μνήμη, χωρίς λήθη.
Ανάκατες οι αναμνήσεις στοιβιάζονται.
Δεν μπορείς, δεν θέλεις να τις βάλεις σε τάξη.
Απλά θες να τις ξαναζήσεις.
Με το ίδιο μυαλό, με την ίδια θέληση.
Οι μελωδίες κάτι σου θυμίζουν.
Δεν είσαι σίγουρος.
Μοιάζουν τόσο μακρινές πια.
Τόσο ξένες.
Και ας ήταν κάποτε ολότελα δικές σου.
Τα βάζεις όλα βιαστικά λες και είναι πράγματα που δεν σε αφορούν.
Πράγματα που με τον καιρό χάνουν την αξία τους.
Ξεθωριάζουν.
Και τα θάβεις στο πιο βαθύ υπόγειο της καρδιά σου,
μακρυά από το φως και την πόρτα,
μακρυά από σένα, απ΄όλους.
Μα το κλειδί κουβαλάς πάντα μαζί σου.


Τους ήλιους δεν εμέτρησες
που σε ζητήσαν τόσα χρόνια
πού 'σαι γυναίκα
με τα γαλάζια τσίνορα

Σ' έκρυψε στο φουστάνι της
η μαραμένη κοπέλα
πέντε χειμώνες σ' έθαψαν
σε χιόνι λασπερό

Μεγάλη νυχτερίδα τρέφεται
απ' τη νιότη σου
γι' αυτό νωρίς βραδιάζει
πριν χορτάσεις
το μεσημέρι καίει
στα ψηλά τα δώματα
το κύμα του ξανθό
λούζει τους δρόμους

Πεθαίνεις με τους ποιητές
κάθε ηλιοβασίλεμα
τα χέρια σου μυρίζουν
απ' τα μαλλιά τους
χτυπάει η καμπάνα
που δεν πιστεύεις πια
σε ξένη αυλή συνομιλείς
με το φεγγάρι

Σου 'φερε ο Μυλόζ
φέτος την άνοιξη
την πείνα σου ποιος άλλος μπορούσε να νοιαστεί
φουρτούνιασε τη γειτονιά
το φιλντισένιο αμάξι του
γίνου όμορφη, γίνου όμορφη,
στα περιβόλια θα σε δείξει

Έχεις ένα χαμόγελο
από μαργαριτάρια
ψαράδες Σικελοί
στο ταίριαξαν να το φοράς
ψάξε και βρες το
πριν σε κλείσει η νύχτα
σ' ένα υπόγειο βαθύτερο
από τούτο

Στίχοι: Ρίτα Παππά
Μουσική - Εκτέλεση: Αφοί Κατσιμίχα

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Έλα στο όνειρό μου.


Υπάρχουν άνθρωποι που φτιάχτηκαν ο ένας για τον άλλον.
Αλλά δεν βρέθηκαν ποτέ.
Ποτέ τους δεν αγκαλιάστηκαν, ποτέ τους δεν φιλήθηκαν.
Καμιά εξωσυμπαντική δύναμη δεν τους έφερε κοντά.
Και ζουν τις ζωές τους χώρια, μακριά ο ένας από τον άλλον.
Αυτό είναι το ψεγάδι του Θεού,
Αυτό είναι το κρίμα των ανθρώπων.
Να ζουν χωρίς ένα σώμα πλάι τους, 
χωρίς ζεστασιά, χωρίς δάκρυα αγάπης,
γιατί απλά δεν βρέθηκαν στο σωστό μέρος,
Δεν σήκωσαν το βλέμμα τους τη σωστή στιγμή,
δεν ίδρωσαν το ίδιο καλοκαίρι,
δεν ονειρεύτηκαν το ίδιο όνειρο.


Έλα στ' όνειρό μου και περπάτησε
κι άμα σταθείς στα ίδια μέρη
κι αν αγαπήσεις τις ίδιες μουσικές
θα πει ότι τυχαία δε βρεθήκαμε
θα πει ότι δε φύσηξε τυχαία
ο άνεμος που σμίγει των ανθρώπων τις ζωές

Μικρό καλοκαίρι, κρυφή πυρκαγιά
βαθιά μες στην καρδιά μου τώρα καις
μικρό καλοκαίρι, κρυφή πυρκαγιά
βαθιά μες στην καρδιά μου σιγοκαίς

Ψεύτικα τραγούδια με κυκλώνουνε
κλείνω τ' αυτιά, κλείνω τα μάτια
και ταξιδεύω μες στο φως άλλου καιρού
και γράφω τ' όνομά σου με το κόκκινο
το κόκκινο μελάνι της αγάπης
και είμ' εδώ κι αντέχω κι ας φυσάει από παντού.

Μικρό καλοκαίρι, κρυφή πυρκαγιά
βαθιά μες στην καρδιά μου τώρα καις
μικρό καλοκαίρι, κρυφή πυρκαγιά
βαθιά μες στην καρδιά μου σιγοκαίς

Στίχοι - Μουσική - Εκτέλεση: Χάρης&Πάνος Κατσιμίχας

Η φωτογραφία είναι από τον Ν. Πύργο Β. Εύβοιας.

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

Μη γυρίσεις.


Είχαν περάσει χρόνια από τότε που καιγόταν για 'κείνον.
Πόνεσε, έκλαψε, θύμωσε, ξέσπασε, ξέχασε, προχώρησε...
Μα έμενε πάντα πλάι του. 
Σαν μια φίλη καλή, σαν ένα αποκούμπι, σαν ένα μαντήλι να του σκουπίζει τα δάκρυα, σαν μια αγκαλιά να του απαλύνει τον πόνο. 
Και αυτός σκληρός με τον έρωτα, απρόσιτος.
Κάτι άλλαζε όμως τελευταία.
Άλλο βλέμμα, άλλο άγγιγμα, άλλη αίσθηση.

Κάθισαν στο τελευταίο τραπέζι.
Της έδωσε να πιει. 
Της αγάπης του το ποτό. 
Εκείνο το βράδυ θα της έδινε ότι χρόνια ποθούσε. Την μέθυσε. 
Την κράτησε σφιχτά. Την χάιδεψε. 

- Θα σου δώσω αυτό που τόσα χρόνια σου αρνιόμουν.

Τον κοίταξε. 
Σε λίγο θα είχε στα χείλη της το πιο όμορφο όνειρο. 
Μα ένιωσε ότι αυτή δεν είχε να δώσει τίποτα. 
Αυτό που της αρνήθηκε, δεν το ήθελε πλέον.
Τον έσπρωξε με δύναμη και έτρεξε.
Έτρεξε μακρυά από την μεγαλύτερη σκλαβιά που είχε νιώσει ποτέ της. 

Αυτός την ακολούθησε, την πήρε αγκαλιά.
Περπάτησαν όλη την πόλη αγκαλιά.
Χωρίς να πούνε κουβέντα.
Δεν κοιμήθηκαν μαζί.
Ούτε καν φιλήθηκαν στο κατώφλι του σπιτιού της. 

Την άλλη μέρα ήταν όλα όπως πριν. 
Συνέχισαν να ζουν μαζί αλλά χώρια. 
Και δεν μίλησαν ξανά για εκείνη την νύχτα. 
Εκείνη την νύχτα που όλοι οι δρόμοι άκουσαν τον έρωτα τους.


Για θυμήσου καλά
μήπως έχεις χαθεί μέσα σε δρόμους που καίνε
Βάλε εσύ μια φωνή
και αν δεν είμαι εκεί Χάρη να μη με λένε

Δεν είναι η ανάγκη
Δεν είναι η μοναξιά που εκεί θα με φέρει
Έχω αντέξει πολλά
Δε με ξέρεις καλά, κανείς δε με ξέρει

Μη γυρίσεις, τίποτα μη ζητήσεις
για ένα βράδυ μη με χαραμίσεις
Μη γυρίσεις, τίποτα μη ζητήσεις
για ένα βράδυ μη με χαραμίσεις

Μπαίνω μες στη σκιά, 
με τυφλώνει το φως, 
μ’ αρρωσταίνουν οι λέξεις
Έχω βαρεθεί
Δε θέλω να εξηγώ
Πρέπει εσύ να διαλέξεις

Όμως στο λέω ξανά
μήπως έχεις χαθεί μέσα σε δρόμους που καίνε
Βάλε εσύ μια φωνή
και αν δεν είμαι εκεί Χάρη να μη με λένε

Μη γυρίσεις, τίποτα μη ζητήσεις
για ένα βράδυ μη με χαραμίσεις
Μη γυρίσεις, τίποτα μη ζητήσεις
για ένα βράδυ μη με χαραμίσεις

Στίχοι: Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας & Βέτα Μπετίνη
Μουσική: Τάκης Μπουρμάς
Εκτέλεση: Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας 


Η φωτογραφία είναι από την Σαμοθράκη.