Όταν ήμουν μικρή και ήθελα να κάνω ένα δώρο πιο προσωπικό σε κάποιο φίλο, έγραφα μια κασέτα. Ξόδευα ώρες ατελείωτες για να βρω τα τραγούδια που θα μπορούσαν να του αρέσουν. Έβαζα βέβαια πάντα και κάποια δικά μου που θα ήθελα να ακούσει. Έγραφα τους τίτλους με καλλιγραφικά γράμματα στο εξώφυλλο, συνήθως μια αφιέρωση… και πολλή αγάπη.

Κάπως έτσι μου ήρθε η ιδέα του ιστολογίου αυτού. Μια ηλεκτρονική κασέτα από τραγούδια που αγάπησα και αγαπώ σε συνδυασμό με φωτογραφίες δικές μου και μαζί κάποιες σκέψεις ή αναμνήσεις που πάντα τα συνοδεύουν.

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Φωτιά στο λιμάνι.


Περπατούσαμε μαζί, μα χώρια.
Σε κρατούσα απ΄ το χέρι και ήσουν ήδη μακριά.
Χιλιόμετρα μας χώριζαν, χώρες, πόλεις.
Δεν είχε ζέστη, μα ιδρώναμε και οι δυο.
Προσπαθούσαμε να χωρέσουμε μια ζωή σε λίγα λεπτά.
Λίγα λεπτά που κράτησαν σαν μια ζωή.
Και μείναμε εκεί.
Σ΄εκείνη την άκρη της θάλασσας.
Σε εκείνο τον δρόμο, σε εκείνο το περιθώριο.
Και εκεί ήμαστε ακόμα. Ευτυχώς.
Η μέρα τελείωνε. Ο ήλιος μας θύμιζε ότι όλα τελείωναν.
Δεν έμεινε τίποτα παρά μόνο ένα αντίο.
Να το πούμε άλλη μια φορά.
Τίποτα δεν ήθελα. Τίποτα δεν θέλω.
Δεν θα μας δοθεί τίποτα.
Το μόνο που θέλω ξανά είναι, να δούμε μαζί... την φωτιά στο λιμάνι.


Θα `μαι πάντα εγώ μες το όπλο σου σφαίρα
να σκοτώνεις αυτούς που σκοτώνουν τη μέρα.
Με τα μαύρα γυαλιά και το άσπρο φουστάνι
να κοιτάς μακριά τη φωτιά στο λιμάνι.

Ξέρω ένα παιδί που μου λέει πως σε ξέρει
ότι είχατε δει ένα τρελό καλοκαίρι
στο κομμάτι που λείπει απ’ το σπασμένο καθρέφτη, 
στο λιμάνι φωτιά, τον ήλιο πάλι να πέφτει.

Κόκκινα σύννεφα στον ουρανό κι εσύ γελάς...

Γελάς καθώς το πλοίο πλησιάζει σαν θηρίο
και μου λες λοιπόν θυμήσου
μη πετάξεις τη ζωή σου στα σκυλιά.

Θα `μαι πάντα εγώ μες το όπλο σου σφαίρα
να χτυπάς το νερό, να χτυπάς τον αέρα, 
να θυμάσαι ξανά όσα είχαμε κάνει, 
τις φωτιές στα Ντεπώ, τη φωτιά στο λιμάνι.

Κόκκινα σύννεφα στον ουρανό κι εσύ γελάς...

Γελάς καθώς το πλοίο πλησιάζει σαν θηρίο
και μου λες λοιπόν θυμήσου
μη πετάξεις τη ζωή σου στα σκυλιά.

Γελάς γιατί σε θέλω, κατεβάζεις το καπέλο
και μου λες λοιπόν θυμήσου
σαν ταινία η ζωή σου να κυλά.

Ξέρω ένα παιδί που μου λέει πως σε ξέρει
ότι είχατε δει ένα τρελό καλοκαίρι
στο κομμάτι που λείπει απ’ το σπασμένο καθρέφτη, 
στο λιμάνι φωτιά, τον ήλιο πάλι να πέφτει.

Στίχοι - Μουσική: Παύλος Παυλίδης
Εκτέλεση: Ξύλινα Σπαθιά

Η φωτογραφία είναι από το Πευκί Ευβοίας.
Το βίντεο είναι δικό μου

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Δίδυμα φεγγάρια.


Πότε θα σταματήσουμε να κλαίμε;
Τα δάκρυα δεν θα στεγνωνόσουν ποτέ.
Θα ζήσουμε και μεις μιαν Άνοιξη;
Ο Χειμώνας είναι πιο μεγάλος.
Υπάρχει για μας Θεός;
Έχουμε την θάλασσα.
Γιατί μ' αγαπάς;
Έτσι, δίχως λόγο.
Ποιος είναι ο εχθρός της αγάπης;
Η αγάπη δεν έχει εχθρούς.

Πώς να γλιτώσει μάτια μου ο ένας απ’ τον άλλο;
Γιατί να γλιτώσει; Δεν θα γλιτώσει...


Έτσι για να πω πως σε κέρδισα
θα `θελα μια φορά να σε πληγώσω
εσύ να μου ζητάς όσα σου στέρησα
και εγώ να μην μπορώ να σου τα δώσω

Ωραία που τα λες μα έλα που σε ξέρω
τα λόγια σου σαν μάγισσα τα ξόρκισα
και άσε τις απειλές πως δήθεν θα υποφέρω
και να σκεφτείς ότι σαν σήμερα σε γνώρισα

Πώς να γλιτώσει μάτια μου ο ένας απ’ τον άλλο
πώς θες να αλλάξουμε ουρανό
τώρα που μοιάζουμε με δίδυμα φεγγάρια
που ξενυχτάνε με τον ίδιο στεναγμό
Πώς να γλιτώσει μάτια μου ο ένας απ’ τον άλλο
πώς θες να αλλάξουμε ουρανό
τώρα που μοιάζουμε με δίδυμα φεγγάρια
που ξενυχτάνε με τον ίδιο στεναγμό

Έτσι για να πω πως σε κέρδισα
θα `θελα μια φορά να σε πληγώσω
εσύ να τρέχεις πίσω μου σαν μέλισσα
και εγώ να κάνω τον αδιάφορο καμπόσο

Ωραία που τα λες μα έλα που σε ξέρω
με ένα φιλί μου θα σ’ αλλάξω την τροχιά
κι όταν θα σκέφτεσαι το πως θα υποφέρω
καινούριο πόθο θα σ’ ανάβω στην καρδιά

Πώς να γλιτώσει μάτια μου ο ένας απ’ τον άλλο
πώς θες να αλλάξουμε ουρανό
τώρα που μοιάζουμε με δίδυμα φεγγάρια
που ξενυχτάνε με τον ίδιο στεναγμό
Πώς να γλιτώσει μάτια μου ο ένας απ’ τον άλλο
πώς θες να αλλάξουμε ουρανό
τώρα που μοιάζουμε με δίδυμα φεγγάρια
που ξενυχτάνε με τον ίδιο στεναγμό

Στίχοι: Κώστας Φασουλάς
Μουσική: Μάριος Τόκας
Εκτέλεση: Δημήτρης Μητροπάνος & Αλέκα Κανελλίδου

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Μοναχικές Γυναίκες.


Τι να κρύβεται πίσω από μια κλειστή πόρτα;
Η προηγούμενη ζωή απ΄ έξω παλεύει να επιζήσει.
Μα μέσα όμως η νέα έχει ήδη εγκατασταθεί.
Άδεια ντουλάπες, άδεια συρτάρια, άδεια ζωή.
Και ένα κλειδί.
Ένα κλειδί που μαχαίρωνε ότι πιο όμορφο είχαμε ζήσει.

Και έτσι όπως προσπαθείς να ζήσεις την νέα ζωή,
εγώ στέκομαι και κρατώ απ΄τα μαλλιά την παλιά.
Την στολίζω με θύμησες και δάκρυα.
Με βρισιές και απόγνωση.
Με θάρρος και αξιοπρέπεια.
Με νύχτες τρομαγμένες και αξημέρωτες.

Το χάδι σαν χτύπημα στο δέρμα μου,
τα φώτα τυφλώνουν, δεν φωτίζουν το δρόμο,
οι μουσικές δεν δίνουν χαρά
και οι φίλοι όλοι δικοί σου.

Και ξαφνικά, χωρίς να το πάρω απόφαση... ξύπνησα απ΄τον εφιάλτη,
και συ ξύπνησες απ΄το όνειρο...


Είναι βραδιές που θέλω κάπου να μιλήσω,
από ένα χέρι να πιαστώ,
να βγω έξω να ζήσω,
για ένα τσιγάρο, ένα ποτό,
να πιάσω κάποιον να του πω:
"δώσ' μου το χρόνο σου...
κι εγώ θα γείρω το κεφάλι μου στον ώμο σου."
Μα η τρομαγμένη μου καρδιά μου λέει:
"δε γίνεται".
Στου πρώτου άγνωστου το πρώτο "γεια"
δεν παραδίνεται.

Εγώ δεν ξέρω αν έχω στάλα λογική.
Φτάνω στο σπίτι, λέω "μπαίνω φυλακή".
Εκείνος έρχεται κοντά μου, μ' αγκαλιάζει
κι ύστερα μόνος στα προβλήματα βουλιάζει.
Παραπονιέται, βλαστημάει τον εαυτό του,
και λίγο πριν το τελευταίο χασμουρητό του
με πιάνει κρίση,
σέρνεται απάνω μου
τον έρωτα να ζήσει.

Κι εγώ είμαι μόνη, για χρόνια έχτιζα έναν τοίχο.
Ύστερα τρόμαξα και θέλησα να φύγω.
Άρχισα τότε με αγωνία να γκρεμίζω,
να λέω "βοήθα με, Χριστέ" και να δακρύζω.
Πήρα τους δρόμους και διέξοδο ζητούσα,
χαμένα όνειρα και χρόνια κυνηγούσα.
Καπνός και σκόνη,
και όλα γύρω μου φωνάζουν
"είμαι μόνη".

Οι πιο μεγάλες νύχτες
είναι αυτές που κλαις και δε σ' ακούν.
Θυμίζουνε γυναίκες,
μοναχικές γυναίκες που πονούν.

Στίχοι: Σαράντης Αλιβιζάτος
Μουσική: Αντώνης Βαρδής
Εκτέλεση: Γλυκερία - Ελένη Δήμου - Τάνια Τσανακλίδου 

Η φωτογραφία είναι από την Μύκονο.

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι.


Μη μελαγχολείς που έφυγε το καλοκαίρι,
μπορεί να τελείωσε αλλά δε πήρε τίποτα μαζί του.
Γυρίσαμε όλο τον κόσμο μαζί, γυρίσαμε όλο το σύμπαν.
Ζήσαμε μερικές στιγμές που αξίζουν αιώνες.
Άλλοι ζουν αιώνες χωρίς στιγμές σαν τις δικές μας.
Μη μου λες ότι δεν έχεις τίποτα.
Πες μου ποιος ζει καλοκαίρι μες το χειμώνα;
Πες μου ποιου η καρδιά ζεστάθηκε όσο η δική μας;
Πες μου ποιος θνητός έζησε τόσο ολοκληρωτικά;
Ποιος χώρεσε όλο τον κόσμο σε μια αγκαλιά;
Ποιου η ψυχή σπαρτάρισε τόσο πολύ όσο η δική μας;

Μη στεναχωριέσαι για αυτά που δεν αποκτήσαμε,
αυτά που κρατάμε μέσα μας είναι χρυσός.
Τόσος πλούτος αγάπη μου δεν ζυγίζεται με ανθρώπων σταθμά.
Είναι η περιουσία σου, είναι αυτά που θα σε κάνουν να συνεχίσεις.
Και έτσι όπως νομίζεις ότι χανόμαστε,
από εκείνες τις στάχτες θα γεννηθούμε ξανά,
όσες φορές και να πεθάνουμε.
Γιατί είναι τόσο μεγάλο αυτό που αποκτήσαμε,
που όσο και να το θέλουμε δε βγαίνει από μέσα μας.
Ο Ελύτης θα είναι για πάντα δικός μας.
Το Παρίσι πάντα θα μας καλεί
και ζωή θα μας ευγνωμονεί που της δώσαμε αξία.

Πάντα θα είμαι δίπλα σου.
Θα είσαι δικός μου όσο και γω δική σου.
Δεν χωρίζουν έτσι οι άνθρωποι αγάπη μου.
Μπορεί να χωρίζουν οι ζωές,
μα οι άνθρωποι που αγαπήθηκαν τόσο πολύ ζουν μαζί ισόβια.
Πέρα απ΄τους ανθρώπινους νόμους,
πέρα από θέλω και πρέπει.
Αυτή είναι η ευλογία μας.

Για σένα όλα αγάπη μου, για μας τους δυο, για εκείνη την εικόνα... χέρι με χέρι.


Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τ’ άγρια μαλλιά σου στην τρικυμία
το ραντεβού μας η ώρα μία.
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι
την εκκλησούλα με το καντήλι.
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι.

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
με τα μισόλογα τα σβησμένα
τα καραβόπανα τα σχισμένα.
Μες στις αφρόσκονες και τα φύκια
όλα τα πήρε τα πήγε πέρα
τους όρκους που έτρεμαν στον αέρα.
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι.

Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου
Εκτέλεση: Ελευθερία Αρβανιτάκη

Η φωτογραφία είναι την Γλύφα Φθιώτιδος