Όταν ήμουν μικρή και ήθελα να κάνω ένα δώρο πιο προσωπικό σε κάποιο φίλο, έγραφα μια κασέτα. Ξόδευα ώρες ατελείωτες για να βρω τα τραγούδια που θα μπορούσαν να του αρέσουν. Έβαζα βέβαια πάντα και κάποια δικά μου που θα ήθελα να ακούσει. Έγραφα τους τίτλους με καλλιγραφικά γράμματα στο εξώφυλλο, συνήθως μια αφιέρωση… και πολλή αγάπη.

Κάπως έτσι μου ήρθε η ιδέα του ιστολογίου αυτού. Μια ηλεκτρονική κασέτα από τραγούδια που αγάπησα και αγαπώ σε συνδυασμό με φωτογραφίες δικές μου και μαζί κάποιες σκέψεις ή αναμνήσεις που πάντα τα συνοδεύουν.

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Αποχαιρετισμός.

Η Γυναίκα καθόταν κάθε βράδυ στο πέτρινο μπαλκόνι της. Έπλεκε τραγούδια και τα τραγουδούσε με την βελούδινη φωνής. Περνούσαν οι περαστικοί και την θαύμαζαν. Ήταν η Γυναίκα των τραγουδιών. Κάποιο βράδυ ανοιξιάτικο ένας Άντρας κοντοστάθηκε. Έκατσε στο πεζούλι που βρισκόταν απέναντι από το μπαλκόνι της και την άκουσε με θαυμασμό.
Οι νύχτες περνούσαν και ο Άντρας ερωτεύτηκε την Γυναίκα. Κάθε βράδυ προσπαθούσε να βρει δικαιολογίες ώστε να περάσει από το κατώφλι της. Να την ακούσει για ακόμα μια φορά. Δεν μπορούσε πλέον να αντισταθεί στο τραγούδι της. Ήθελε σαν τρελός να την γνωρίσει, να την κάνει δική του.
Ένα βράδυ της χτύπησε την πόρτα. Και εκείνη του άνοιξε. Τον είχε προσέξει που καθόταν κάθε βράδυ κάτω από το μπαλκόνι της. Ήθελε και αυτή να τον γνωρίσει. Να τον κάνει δικό της. Κοιμήθηκαν μαζί. Ήταν σαν να γνωρίζονταν χρόνια. Σαν να γεννήθηκε ο ένας για τον άλλον. Σαν να έγινε ο κόσμος για αυτούς. 
Οι μέρες περνούσαν και ο έρωτας έχει κάνει κατοχή στο μικρό διαμέρισμα της Γυναίκας. Ο Άντρας είχε γίνει πλέον η έμπνευση της. Έγραφε και τραγουδούσε μόνο για αυτόν. Και αυτός μαγεμένος την άκουγε και φούσκωνε από υπερηφάνεια και συγκίνηση.
Ο Άντρας μετά από καιρό ανέλαβε μια μεγάλη δουλειά. Που θα πήγαινε την καριέρα του στα ύψη. Και έτσι αφοσιώθηκε με πάθος. Δούλευε μέχρι αργά και γυρνούσε κουρασμένος και ανόρεχτος. Αλλά η δουλειά του τον γέμιζε ως πάνω. Δεν είχε χρόνο πλέον για την Γυναίκα. Δεν είχε χρόνο να την ακούει να τραγουδά. Ώσπου σταμάτησαν οι νύχτες έρωτα και πάθους. Η αγάπη φτήνυνε. Η Γυναίκα μαράζωνε μέρα με την μέρα. Δεν ήθελε να τον χάσει. Ο Άντρας την καθησύχαζε ότι όλα θα περάσουν και θα γίνουν όπως πρώτα.
Οι μήνες πέρναγαν και δεν άλλαζε τίποτα. Είχαν γίνει δυο ξένοι. Το μικρό διαμέρισμα έμοιαζε με φυλακή. Δεν μπορούσε να τους κρατήσει μαζί. Το τραγούδι της πλέον τον ενοχλούσε. Δεν τον άφηνε να κοιμηθεί, ενώ κάποτε τον νανούριζε. Δεν περίμενε ποτέ ότι κάτι που τον έκανε να την ερωτευτεί  παράφορα, τώρα να του προκαλεί τόσο άγχος και νευρικότητα.
Και έτσι η Γυναίκα σταμάτησε να γράφει και να τραγουδά. Κλείστηκε στον εαυτό της. Έπεσε σε κατάθλιψη. Δεν μπορούσε να βγει από το σπίτι, δεν έτρωγε, δεν ζούσε. Όταν κατάλαβε ότι αυτοκαταστρεφόταν, όταν δεν είχε πλέον άλλα δάκρυα, του ζήτησε να φύγει από το σπίτι. 
Αυτός ένα πρωί ανοιξιάτικο, ένα χρόνο μετά από εκείνη την επίσης ανοιξιάτικη νύχτα που της χτύπησε για πρώτη φορά την πόρτα, μάζεψε τα πράγματά του και χάθηκε στα στενά της πόλης. Περιπλανήθηκε για μέρες, πόνεσε πολύ, έκλαψε γοερά, κατάλαβε, μετάνιωσε. 
Η Γυναίκα πήρε ξανά την θέση της στο μπαλκόνι και άρχισε να τραγουδά ξανά μόνο για εκείνη. Μα το τραγούδι είναι μισερό όταν δεν το τραγουδάς για κάποιον. Δεν έχει νόημα, ούτε συναίσθημα. Δεν έχει σκοπό. Δεν απαλύνει το πόνο, δεν γεμίζει την καρδιά. Τώρα το καταλάβαινε και αυτή. Δεν μπορείς να ζεις μόνο για σένα. Είναι φριχτή η ζωή χωρίς αγάπη. Χωρίς κάποιον να σε περιμένει.
Και καθώς τραγουδούσε βυθισμένη στις σκέψεις, είδε μια γνώριμη φιγούρα να κάθετε στο απέναντι πεζούλι. Βούρκωσε, άλλαξε τον τόνο της φωνής της και αυτόματα έπλεξε το πιο ερωτικό τραγούδι.
Και ξαφνικά άκουσε ξανά την πόρτα να χτυπάει...


Με τι καρδιά να σ’ αποχαιρετήσω
Με τι καρδιά τραγούδι να σου πω
στον ουρανό με τ’ όνειρο θα ζήσω
στον ουρανό σαν άστρο θα χαθώ

Βάλε φωνή κοντά σου να γυρίσω
βάλε φωνή τη γη να θυμηθώ

Με τι καρδιά τα μάτια σου ν’ αφήσω
Με τι καρδιά τον κόσμο ν’ αρνηθώ
σε σκοτεινό γεφύρι θα καθίσω
σε σκοτεινό ποτάμι θα σταθώ

Δώσ’ μου φωτιά τη νύχτα μου να σβήσω
Δώσ’ μου φωτιά στον ήλιο να βρεθώ

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Εκτέλεση: Δημήτρης Παπαμιχαήλ 

Το τραγούδι αυτό αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα, σταθμό στην ελληνική ιστορία της μουσικής και από άποψη στίχων και από άποψη σύνθεσης. Όσο αφορά το κομμάτι της ταινίας που έντυσε, αξίζει να αναφερθούμε στην εξαιρετική σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελάριου, αλλά και την άψογη ερμηνεία και υποκριτική ικανότητα του Δημήτρη Παπαμιχαήλ.
Η πρώτη εκτέλεση ήταν από τον Σταμάτη Κόκοτα (ακούστε την ΕΔΩ), αλλά νομίζω ότι ο Παπαμιχαήλ το ανέδειξε και του έδωσε το συναίσθημα και την θεατρικότητα που του άξιζε.

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Μη φεύγεις.


Ψάχνω να βρω λέξεις για να ντύσω αυτό το τραγούδι. Για να σου πω με λόγια αυτό που νιώθω. Τι να πω για κάτι που είναι καταδικασμένο να τελειώσει. Για κάτι που έχει ημερομηνία λήξης. 
Μα και τι κρατά αιώνια; 
Το θέμα είναι να ζήσεις τις στιγμές. Να αγαπήσεις χωρίς απαιτήσεις. Να ζήσεις την ζωή σαν ένα κυνήγι θησαυρού και όχι σαν μια έκπληξη, έλεγε κάποιος. Να ψάξεις για το αδύνατο και ας γνωρίζεις ότι δεν θα το φτάσεις. Να νιώσεις πράγματα ανείπωτα, που δεν περιγράφονται με λόγια ανθρώπινα. Να ζήσεις βασιλιάς μια καρδιάς που θα χτυπά για σένα μόνο.
Κάθε σταγόνα αγάπης που θα δώσεις, θα ανταμειφθείς με ένα ωκεανό χαράς. Και ας μην το νιώθεις εκείνη τη στιγμή. Είναι σαν την παλίρροια. Πάντα μετά την άμπωτη, θα έρθει η πλημμυρίδα. Πάντα μετά την βροχή θα έρθει ο ήλιος, πάντα μετά την αγκαλιά θα έρθει το φιλί.
Αρκεί να ανοίξεις τα χέρια σου πέρα ως πέρα. Και να φαίνεται μόνο η ψυχή σου. Χωρίς αύριο, χωρίς μέλλον. 
Αυτό που ζούμε τώρα, αυτό είναι που αξίζει. Είναι αυτό που μετρά. Αυτό που μπορούμε να απολαύσουμε. 
Το μέλλον; Το μέλλον είναι για αυτούς που δεν μπορούν να ζήσουν το παρόν και έτσι καταλίγουν να μην έχουν και παρελθόν.
Για αυτό λοιπόν μη σκοτεινιάζεις που φεύγεις. Να είσαι χαρούμενος που έστω και για λίγο ήσουν εδώ. 
Μην πικραίνεσαι που η ζωή μας χωρίζει. Να είσαι ευτυχισμένος που την ζήσαμε.
Θέλω να σου φωνάξω ''Μη φεύγεις...'', αλλά ξέρω ότι στην ουσία δεν θα φύγεις ποτέ.
Και αυτό είναι το θαύμα της αληθινής αγάπης.


Η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού ΕΔΩ

Σαν μου `πες θα φύγω αγάπη γλυκιά, 
σκοτείνιασ’ η μέρα
Ανάμνηση αν μείνει η στερνή μου χαρά, 
καρδιά έγινε πέτρα

Η μοίρα σε παίρνει μακριά μου, 
σε σέρνει σ’ αυτή τη ζωή
Κι εγώ μ’ ένα δάκρυ αγάπη σου λέω, 
σαν σε προσευχή

Μη φεύγεις, 
τα χέρια μου κράτα σφιχτά και χτύπα τη μοίρα, 
Μη φεύγεις
γιατί αύριο θα είν’ αργά να διώξεις την πίκρα

Η αγάπη βαθιά μας
με δάκρυα κι αίμα έχει ποτιστεί
Κι αν φύγεις για πες μου
στον κόσμο ποια αγάπη μπορεί να σωθεί

Μη φεύγεις, 
τα χέρια μου κράτα σφιχτά και χτύπα τη μοίρα, 
Μη φεύγεις
γιατί αύριο θα είν’ αργά να διώξεις την πίκρα

η μοίρα σε παίρνει μακριά μου, 
σε σέρνει σ’ αυτή τη ζωή
κι εγώ μ’ ένα δάκρυ αγάπη σου λέω σαν σε προσευχή

Μη φεύγεις, 
τα χέρια μου κράτα σφιχτά και χτύπα τη μοίρα, 
Μη φεύγεις
γιατί αύριο θα είν’ αργά να διώξεις την πίκρα

Η αγάπη βαθιά μας
με δάκρυα κι αίμα έχει ποτιστεί
κι αν φύγεις για πες μου
στον κόσμο ποια αγάπη μπορεί να σωθεί

Μη φεύγεις, 
τα χέρια μου κράτα σφιχτά και χτύπα τη μοίρα, 
Μη φεύγεις
γιατί αύριο θα είν’ αργά να διώξεις την πίκρα

Στίχοι: Τάκης Παρισσινός
Μουσική: Λάκης Καρνέζης
Εκτέλεση: Παίδες εν τάξει

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Ζόρικοι Καιροί.

Το 1990 μια μπάντα με ένα περίεργο και αρχαιοπρεπές όνομα ήρθε και εγκαταστάθηκε στις κασέτες μας. Πολύ ρομαντικοί για να είναι ροκ, πολύ ανατρεπτικοί για να είναι ποπ. Ήρθα για να μείνουν. Ακόμα και όταν έφυγαν, ξανάρθαν, ξαναέφυγαν, ξανάρθαν....
Οι Πυξ Λαξ είναι μια παρεξηγημένη μπάντα. Ίσως γιατί ήταν πολύ εμπορική. Και οι Έλληνες το εμπορικό το εντάσσουμε αυτομάτως στο μη ποιοτικό. Το ότι είναι κάτι εμπορικό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι και ποιοτικό. Όπως και το αντίστροφο.
''Τι άλλο να πεις πιο απλά'' λεγόταν το πρώτο τους άλμπουμ. Εγώ θα σας πάω στο 1991. Τότε που οι καιροί ήταν ζόρικοι.


Μια δουλεία που αγάπησα. Όλοι τους πολύ αθώοι ακόμα, σχεδόν ανυποψίαστοι. Μια δουλειά με ποπ καταβολές από τα 80ς, κυρίως ερωτικού περιεχομένου, αλλά με κάτι διαφορετικό. Αυτό το κάτι που μας έκανε να μην ξέρουμε σε πια κασέτα να τους γράψουμε, σε ποια ραδιοφωνική εκπομπή να τους ακούσουμε, σε ποιο γούστο να τους εντάξουμε.

Και έτσι ζηλέψαμε τις γρήγορες νότες τους.


Ακροβατήσαμε ανάμεσα στο συναίσθημα και στην λογική.


Όλοι οι πουλημένοι της γης ενωθήκαμε.


Και προσπαθήσαμε ακόμα μια φορά και ας ξέραμε ότι όλα είχαν τελειώσει.


Από τότε έχουν περάσει πολλά χρόνια. Ήλιοι που το χειμώνα μας μελαγχολούν, πρίγκιπες από την δυτική όχθη, μπαμπούλες που τραγουδάνε μόνοι τις νύχτες, παλιάτσοι που τους τελειώνουν τα τραγούδια, στίλβες, χρυσόψαρα...
Τραγούδησαν μεγάλα τραγούδια, έδωσαν τεράστιες συναυλίες, αγαπήθηκαν, τσακώθηκαν, χώρισαν...
Η σπιρτάδα όμως και η λάμψη εκείνης της δουλειάς δεν υπήρχε σε κανένα από τα επόμενα άλμπουμ. Δεν λέω ότι δεν μου άρεσαν. Πολλά τραγούδια αγαπώ και από τα επόμενα. Ειδικά η Στίλβη νομίζω ότι ήταν η καλύτερή τους δουλειά, από άποψη παραγωγής, επιλογής τραγουδιών, και φυσικά ερμηνείας. Απλά μεγαλώνοντας, και δεν εννοώ ηλικιακά, έχαναν σιγά σιγά την όρεξη και το πάθος του πρωτάρη και αποκτούσαν την ψύχρα του επαγγελματία.
Δεν πειράζει όμως. Αυτό που μένει είναι πάντα αυτό που αξίζει. Μας άφησαν πολύ καλά τραγούδια. Και το σημαντικότερο, την μεγαλύτερη φωνή που έχει περάσει από το ελληνικό πεντάγραμμο τα τελευταία 30 χρόνια. Τον Μπάμπη Στόκα.

Τόσα χρόνια μετά οι καιροί παραμένουν ζόρικοι.

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

Πάντα εμείς το φως κι η σκιά...

Σαν σήμερα στις 18 Μαρτίου του 1996 πέθανε το Οδυσσέας Ελύτης. Δεν θέλω να πω πολλά. Σαν τι να πεις κιόλας...
Μόνο ένα κομμάτι από το Μονόγραμμα θα παραθέσω. Το είχα ντύσει κάποτε με εικόνες δικές μου και με την μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα. Ως ένας φόρος τιμής στον πιο ερωτικό ποιητή της γης.
Ελπίζω να σας αρέσει.



Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ’αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά --κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μες από φεγγαρά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το "τι" και το "ε"
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεγμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, και το νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ και σ’αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα και εγώ η λατρεία πού το εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’αλλού φερμένο
Δεν τ’αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.

Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ακούς
Το χαμένο μου το αίμα και το μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’ εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σού φορώ
Το λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πας και ποιος, μ’ακούς

Σού κρατεί το χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θά’ ρθει μέρα,μ’ακούς
Να μας θάψουν , κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν περώματα,μ’ακούς
Να γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει

Στα νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω ,μ’ ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ακούς

Το λουλούδι αυτό τής καταιγίδας και μ’ακούς
Της αγάπης
Μία για πάντα το κόψαμε
Και δεν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γη,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Να τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μες στη μέση τής θάλασσας
Από το μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς

Σ’αγαπώ, σ’αγαπώ,μ’ακούς.

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Η εικόνα του χειμώνα.

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις. 
Κωνσταντίνος Καβάφης


Του χειμώνα τα λουλούδια πιο χρωματιστά μοιάζουν.
Και είναι συνήθως πιο δυνατά, πιο ανθεκτικά.
Σκεπασμένα από το χιόνι,
παραδομένα στους ανέμους.
Λάμπουν στη μουντίλα της βροχής.
Σαν τους καλούς ανθρώπους.
Που είναι τόσοι λίγοι.
Ανθεκτικοί και αγνοί.
Ακόμα και στην βαρυχειμωνιά των ψυχών.
Ακόμα και στο χαλάζι του μίσους.
Και τόσο τολμηροί που δεν φοβούνται να είναι καλοί.


Απ’ το παράθυρο έρχεται η εικόνα του χειμώνα
βροχή που πέφτει δέντρα που λυγίζουν στο βοριά
και συ σκυμμένος πάντα εδώ με χέρια ματωμένα
συζήτηση αρχινάς με τον καθρέφτη σιωπηλά

Γύρω σου κάποιες κίτρινες παλιές φωτογραφίες
την εποχή που ήσουνα παιδί
Το ραδιόφωνο απ’ τα χρόνια του 50
στη μοναξιά σου παρηγοριάς φωνή

Τι σου `δωσε η ζωή καλό για να θυμάσαι
σε πότισε με χάπια ηδονής
Παραμυθένια χρώματα και γεύσεις του θανάτου
σε κάθε βήμα σου, σε κάθε σου πνοή

Τώρα ο καθρέφτης έμεινε μονάχος μάρτυράς σου
σύμμαχος με τ’ άθλια τα χρόνια που μισείς

Σ’ ένα τασάκι βρίσκονται σβησμένα τ’ όνειρά σου
σ’ ένα μπουκάλι με ποτό η ίδια σου η ζωή

Στίχοι: Φίλιππος Πλιάτσικας
Μουσική: Μάνος Ξυδούς
Εκτέλεση: Πυξ Λαξ

Η φωτογραφία είναι από την Κωνσταντινούπολη.

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Σαν τον μετανάστη.


Αρνήσου τα ματωμένα χώματα να πατήσεις,
αρνήσου τα λόγια τα μεγάλα.
Αρνήσου την ελπίδα της ματαιότητας,
αρνήσου τον κόσμο να αρνηθείς.

Αντιστάσου σε ότι σε αλλάζει,
σε ότι σε κάνει λιγότερο άνθρωπο.
Δύναμη στα χέρια, οι χούφτες γροθιά.
Ψηλά, στων ηρώων τα βλέμματα.
Χωρίς μίσος, χωρίς σύνορα, χωρίς σκλαβιά.

Πάνω από τα γυμνά βουνά,
σε μια ξένη πατρίδα, χωρίς αύριο.
Σε μια ξένη γη, μα τόσο δική σου.
Αν δεν πας σκυφτός, αν δεν σέρνεσαι στο έδαφος,
κανείς δεν θα σε καβαλήσει.
Και αυτά τα όνειρα θα γίνουν πάλι δικά σου.

Μα ίσως δεν θες, ίσως η ευθύνη είναι μεγάλη.
Εγώ όμως θέλω.

Το βίντεο που ήθελα να ανεβάσω είναι ΑΥΤΟ, αλλά ο blogger δεν μου έκανε το χατήρι.

Σαν τον μετανάστη στη δική σου γη
μέρα νύχτα λύνεις δένεις την πληγή
κι όλα γύρω ξένα κι όλα πετρωμένα
και δεν ξημερώνει να `ρθει χαραυγή

Στράγγισε η ζωή σου που αιμορραγεί
κάθε ώρα τρόμος πόνος και κραυγή
και σ’ ακούν οι ξένοι κι ο αδερφός σωπαίνει
αχ δεν είναι άλλη πιο βαθιά πληγή

Σύρμα κι άλλο σύρμα και χοντρό γυαλί
μάτωσε ο ήλιος την ανατολή
κλαις κι αναστενάζεις αχ ξενιτιά φωνάζεις
μα η ελπίδα μαύρο κι άπιαστο πουλί

Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Zulfi Livaneli
Εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη

Η φωτογραφία είναι από την Δρυμώνα Β. Εύβοιας.

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Το παιχνίδι.

Με κάλεσε ο άσωτος γιός να παίξω ένα παιχνιδάκι. Τον ευχαριστώ πολύ για την τιμή.

Λοιπόν αρχίζουμε...

1. Γιατί δημιούργησα το blog μου;;;
Λατρεύω την μουσική. Το κάθε τραγούδι για μένα είναι ένα ταξίδι. Όλες μου τις στιγμές, σημαντικές  ασήμαντες, ευτυχισμένες, άσχημες τις έχω συνδέσει με κάποια τραγούδια. Ήθελα να συγκεντρώσω όλα όσα αγαπώ σε μια ηλεκτρονική κασέτα και να σας την χαρίσω. Όπως έκανα παλιά με του φίλους μου. 
2. Ποια blogs επισκέπτομαι συνήθως;
Είναι πολλά και δεν θα ήθελα να πω κάποια συγκεκριμένα. Το σημαντικό είναι ότι δεν έχω σταματήσει να διαβάζω κάποιο, ίσως να μην σχολιάζω όπως παλιά, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν τα επισκέπτομαι. Μου αρέσουν κυρίως μπλογκς με κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο, αλλά όταν θέλω να χαλαρώσω προτιμώ τα πιο χαλαρά και βιωματικά.
3. Ποια είναι τα αγαπημένα μου θέματα;
Ποια; ποια; Πολλά... το εξής ένα... ο ΕΡΩΤΑΣ και κατ΄επέκταση η ΑΓΑΠΗ.
4. Μια λέξη που χρησιμοποιώ πάντα στο blog;
Μμμμ... την ''μουσική'' και την ''αγάπη'' νομίζω... ε;

Λοιπόν, θα καλέσω να παίξουν το παιχνίδι και να απαντήσουν στις ίδιες ερωτήσεις κάποια μπλογκ που παρακολουθώ από παλιά, συνεχίζω να παρακολουθώ, αλλά δεν σχολιάζω τόσο συχνά και σε δυο καινούργιους.

και
http://antithetoikosmoi.blogspot.gr/

Αν δεν το παίξετε δεν θα με πειράξει καθόλου.

Και ένα τραγουδάκι...
Το ομώνυμο του τίτλου.
Επειδή τα τραγούδια λένε πάντα την αλήθεια...


Μ' ένα πιστόλι μες στην πόλη τριγυρνώ
τρεις μέρες άγρυπνος γυρνάω και πίνω
κι ένας εφιάλτης μου' χει σπάσει το μυαλό
Δεν ξέρω απόψε ζωντανός αν θα μείνω
Κοιτάω καλά στην πρώτη γωνία
Το ξέρω μου την έχουν στημένη
μα λίγο πιο κει σα στρίβουν αυτοί
Κάποιος τους σταματά
Οι αστυνομικοί δίνουν αναφορά
στον κύριο δικαστή που απόψε ξενυχτά
κι αυτός με την σειρά του
πληρώνει ακριβά για κάποιο αγοράκι
στη μαύρη αγορά

Έι! Τώρα κοίτα, φυλάξου γιατί
όλοι εναντίον όλων
Έτσι θα' ναι πάντα και παντού
στο παιχνίδι της ζωής
Κρατάω γεμάτο πιστόλι
μη της το πείτε αυτό
Θα' θελα μόνο να ακούσει
τον πυροβολισμό
Δεν ξέρω αν είναι φίλος
Δεν ξέρω αν είναι εχθρός
Τα πάντα είναι μαύρα, θα μείνω μοναχός
Χτυπάς και σε χτυπάνε
Πονάνε και πονάς
Ποτέ δεν σε ξεχνάνε
κι εσύ δεν τους ξεχνάς

Έι! Τώρα κοίτα, φυλάξου γιατί
όλοι εναντίον όλων
Έτσι θα' ναι πάντα και παντού
στο παιχνίδι της ζωής
Μαζί στο παιχνίδι της ζωής
και τώρα παίξε, παίξε
Χτύπα, τρέξε, παίξε
παίξε παιχνίδι, παίξε το παιχνίδι
όσο πιο καλά μπορείς
Παίξε τώρα μ' εμένα
Παίξε με τον καθένα
Παίξε όσο πιο καλά μπορείς
Όλοι νικητές και όλοι νικημένοι
στο παιχνίδι της χαμένοι
Χαμένοι, χαμένοι
στο παιχνίδι της ζωής
μαζί στο παιχνίδι της ζωής

Στίχοι - μουσική: Στέλιος Παπαϊωάννου Σαλβαδόρ
Εκτέλεση: Μωρά στην Φωτιά.

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

Στιγμές.


Τον γρίφο της αγάπης ποιος θα τον λύσει;
Ποιος έχει κουράγια και τόλμη να παραμερίσει τον ίδιο του τον εαυτό.
Να αλλάξει την σκέψη του από συμπόνια,
να ζεστάνει την καρδιά του.
Προσπαθούμε μάταια να κατακτήσουμε τον άλλον.
Λες και ο άλλος είναι εχθρός,
λες και είναι αντίπαλος.
Αιτίες, λάθη, διεκδικήσεις, καταπίεση.
Δεν αφήνουν στις σχέσεις το περιθώριο να ανθήσουν.
Και έτσι χάνονται, μαραίνονται, λιώνουν.
Στην πραγματική αγάπη δεν χρειάζεται πρόσκληση.
Ο άλλος ζει μέσα μας. Και μεις μέσα στον άλλον.
Μα δεν το βλέπουμε.
Και οι στιγμές απαξιώνονται, δηλητηριάζονται.
Ώσπου μένουμε μόνοι.
Και τότε καταλαβαίνουμε και νιώθουμε.
Και ξεκινάμε για άλλες αγάπες, για άλλες στιγμές,
για να κάνουμε ξανά τα ίδια λάθη.


Στιγμές αν σ’ αγαπώ μη μου θυμώνεις
μόνο στιγμές είναι δικές μου γιατί ο χρόνος
μεσ’ τα ρολόγια τρέχει σαν γοργό ελάφι
τη μια είσαι φίλος του, την άλλη στέκεις μόνος

Κι ένας σωρός αιτίες ένας σωρός με λάθη
δε μας αφήνουν να χαρούμε την αγάπη
ένας σωρός αιτίες δικά σου και δικά μου λάθη
δε μας αφήνουν να χαρούμε την αγάπη

Στιγμές λοιπόν σαν θα `ρθουν να τις ζήσεις
μη τις χαλάσεις γι’ αγωνίες για το μέλλον
στα λέω εγώ στιγμές που σ’ έχω αγαπήσει
άμα τις ζεις δε θα φοβάσαι μη με χάσεις

Στίχοι - Μουσική - Εκτέλεση: Κώστας Τουρνάς

Η φωτογραφία είναι από τα Βασιλικά Ευβοίας

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Η ζωή είναι γυναίκα.


Μαμά, Γιαγιά, Αλεξία, Ιουλία, Τασούλα, Χριστίνα, Γεωργία, Δώρα, Κατερίνα, Μαίρη, Κάθριν, Όλγα, Ματίνα, Βάσω, Αλέκα, Παρασκευή, Αφροδίτη, Ελένη...
Γυναίκες της ζωής μου Χρόνια μας Πολλά και Όμορφα.
Πίστη, αλληλεγγύη, αγάπη, και δύναμη για όλες μας.

Γνωστές και άγνωστες συμπλογκίτισσες.
Οι ορτανσίες εξαιρετικά για μας.

Άντρες να μας χαίρεστε. Σας αγαπάμε τρελά.


Παλιές μου φιλενάδες που χαθήκαμε, 
η μια απ’ την άλλη χώρια, κάτι βρήκαμε.
Κι εγώ απ’ όσα είδα κι όσα έπαθα, 
για τη ζωή μονάχα ένα έμαθα.

Με τη ζωή δεν κάνει να τα βάζουμε, 
γιατί η ζωή μας μοιάζει και τής μοιάζουμε.
Με κάτι στην ψυχή μας είναι ανάλογη, 
είναι γλυκιά, και άγρια, και παράλογη.

Παλιές μου φιλενάδες, δε βλεπόμαστε, 
η μια την άλλη όμως τη σκεφτόμαστε.
Σε όποιες παραλλήλους κι αν βρισκόσαστε, 
παλιές μου φιλενάδες, μη φοβόσαστε.

Η ζωή είναι γυναίκα, Μάρθα, Ξένια, και Πηγή, 
η ζωή είναι γυναίκα, σαν γυναίκα αιμορραγεί.
Ευανθία, και Αλέκα, η ζωή είναι γυναίκα.

Στίχοι: Μαριανίνα Κριεζή
Μουσική: Μιχάλης Καπούλας 
Εκτέλεση: Ελένη Δήμου

Η φωτογραφία είναι από την Σαμοθράκη.

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Παράπονο.

update: Αυτό το ΄΄διαμαντάκι΄΄ της Κανελλίδου δεν είναι παλιό και ας μοιάζει παλιό. Κυκλοφόρησε μόλις το 2008. Πληροφοριακά όλα αυτά για να επισημάνω ότι ακόμα γράφονται όμορφα τραγούδια.
Και κάπως έτσι ένα τραγούδι συνάντησε την ζωή.


Σε βλέπω καμιά φορά. Περνάς από τις μέρες μου έτσι στα γρήγορα. Όπως πέρασες και από την ζωή μου. Περνάς και αφήνεις αυτή την αδιαφορία σου και λίγη αγάπη. Δεν ξέρω γιατί το κάνεις. Αφού δεν μ΄αγαπάς. Δε μ΄αγάπησες ποτέ σου. Επειδή το είπες για μια στιγμή; Ίσως για εκείνη τη στιγμή να μ΄αγαπούσες. Αλλά για όλες τις άλλες; Έτσι ήθελες να δείχνεις απλά.
Ήθελες να ζήσεις τον μεγάλο έρωτα και να βγεις αλώβητος. Να ζήσεις μια μεγάλη αγάπη, να αγαπηθείς, αλλά να μην αγαπήσεις. Και έτσι μόνο πήρες και δεν έδωσες τίποτα. Ή μάλλον ότι έδωσες το ζήτησες πίσω. Όπως εκείνο το ''σ΄αγαπώ'', που έκανες λάθος που το είπες. Έτσι έλεγες. Ήταν λάθος. Μεγάλο λάθος.
Τα λόγια σου ακόμα τα θυμάμαι.
Δεν είμαστε εμείς φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. Δεν θέλω να σε κοροϊδεύω. Δεν σ΄αγαπώ, αλλά υποφέρω μακριά σου. 
Πως είναι δυνατόν σε ρωτάω να υποφέρεις μακριά μου και να μη με θες κοντά σου;... πες μου.
Θέλω να στο ρωτήσω. Να σου πω πολλά που δεν σου είπα. Γιατί δεν στα είπα; Τώρα τα κρατώ μέσα μου και με καίνε.
Παράπονο όμως το έχω ακόμα.
Να έρθεις τώρα και ας είναι πλέον αργά.
Να μου πεις ότι εκείνη την στιγμή με αγάπησες. Ότι δεν ήταν μόνο λόγια. Και να μην το πάρεις πίσω αυτή τη φορά. Χωρίς να είσαι υποχρεωμένος να δώσεις ή να υποσχεθείς κάτι .
Να μου πεις ότι ήμουν κομμάτι σου, όπως ήσουν και συ για μένα.
Να μου πεις ότι με θέλησες, έστω και μια στιγμή, πίσω.
Ότι σκέφτηκες να προσπεράσεις όλα τα εμπόδια, όλα τα ''μη'' που έφτιαχνες στο μυαλό σου, όλα τα ''πρέπει'' και να τρέξεις κοντά μου.
Τι σε κράτησε δεν ξέρω μακριά μου.
Εγώ όμως ξέρω τι ένιωθα.
Ένιωθα μια απέραντη αγάπη από σένα, όσο και να προσπαθούσες να την κρύψεις. Δεν κρυβόταν.
Και όσο περισσότερο ένιωθα να μ΄αγαπούσες, τόσο περισσότερο το έβαζες στα πόδια.

Παράπονο το΄χω.
Και ας ξέρω πως δεν το έχεις πλέον στο μυαλό σου.
Μια εξήγηση, ένα γιατί.
Έτσι... για τα βράδια που έλιωνα για σένα, που ξενυχτούσα, που κατέστρεφα το σώμα μου και το μυαλό μου. Και συ δε μου έριχνες ούτε ένα βλέμμα. Ούτε μια λέξη.
Για εκείνες τις νύχτες μόνο.
Όχι από αγάπη πλέον....


Απ΄την πρώτη στιγμή σε αγάπησα,απ΄την πρώτη στιγμή
κι από τότε τα μάτια μου τα΄κλεισα το σκοπό μου είχα βρει
Την καρδιά μου πώς χτύπαγε μέτρησα στο δικό σου φιλί
απ΄τον έρωτα μόνη μου μέθυσα, εσύ δεν ήπιες πολύ

Παράπονο το΄χω ν΄ανοίξεις μια μέρα την πόρτα
να πεις σ΄αγαπάω και έλα να πάμε μια βόλτα
παράπονο το΄χω μια μέρα απ΄το σπίτι να λείπω
και όταν γυρίσω να νιώσω πως μπαίνω σε κήπο

Σαν καπνός που ανεβαίνει και χάνεται η δική μας ζωή
σ΄ένα σπίτι που πάνω μας κάθεται και μας πέφτει βαρύ
Την καρδιά μου πώς χτύπαγε μέτρησα στο δικό σου φιλί
απ΄τον έρωτα μόνη μου μέθυσα, εσύ δεν ήπιες πολύ

Παράπονο το΄χω ν΄ανοίξεις μια μέρα την πόρτα
να πεις σ΄αγαπάω και έλα να πάμε μια βόλτα
παράπονο το΄χω μια μέρα απ΄το σπίτι να λείπω
και όταν γυρίσω να νιώσω πως μπαίνω σε κήπο

Στίχοι: Γιώργος Κρητικός
Μουσική: Στέφανος Κόκκαλης
Εκτέλεση: Αλέκα Κανελλίδου

Η φωτογραφία είναι από τις Σέρρες.

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Πάρε με.


Πάρε με,
το κορμί μου σου δίνω.
Την καρδιά μου την έχεις,
είναι δική σου από την μέρα που γεννήθηκα.
Από την ώρα που διασταυρώθηκαν οι λέξεις μας,
από την στιγμή μου νιώσαμε την μουσική να μας ενώνει.
Πάρε με,
την ψυχή μου σου δίνω.
Ένα άγγιγμα σου μόνο θέλω και ας είναι το τελευταίο.
Να πουλήσω μια ώρα, ένα χρόνο, μια ζωή.
Για μια στιγμή μαζί σου
Δεν θέλω να νιώσω κάτι άλλο,
μόνο αυτό που νιώθω για σένα.
Πάρε με,
γιατί σ' αγαπώ.


Θάλασσα τα μάτια σου
και χάθηκα βαθιά
μίλα μου γι’ αγάπη με φιλιά
μίλα μου γι’ αγάπη 
με σημάδια στο κορμί
μυρίζει η νύχτα απόψε γιασεμί
μυρίζει η νύχτα απόψε γιασεμί

Πάρε με, μ’ αγκαλιάζεις και σβήνω
πάρε με, γιατί σ’ αγαπώ
πάρε με κι ό,τι θέλεις σου δίνω
πάρε με, γιατί σ’ αγαπώ
πάρε με, γιατί σ’ αγαπώ

Μ’ όνειρο μοιάζει ο κόσμος φως μου
κι εσύ μοιάζεις με φύλλο γιασεμί
κι εσύ μοιάζεις με φύλλο γιασεμί

Πάρε με, μ’ αγκαλιάζεις και σβήνω
πάρε με, γιατί σ’ αγαπώ
πάρε με κι ό,τι θέλεις σου δίνω
πάρε με, γιατί σ’ αγαπώ
πάρε με, γιατί σ’ αγαπώ.

Πάρε με, μ’ αγκαλιάζεις και σβήνω
πάρε με, γιατί σ’ αγαπώ
πάρε με κι ό,τι θέλεις σου δίνω
πάρε με, γιατί σ’ αγαπώ
πάρε με, γιατί σ’ αγαπώ.

Στίχοι: Τασούλα Θωμαΐδου
Μουσική: Μιχάλης Καπούλας
  Εκτέλεση: Ελένη Δήμου

Η φωτογραφία είναι από τις Σέρρες.